Αθήνα, 03.10.2025
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ
ΤΩΝ ΕΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΝΑ ΚΑΤΑΒΑΛΟΥΝ ΕΙΣΦΟΡΕΣ
Αγαπητοί Συνάδελφοι,
Όπως είναι γνωστό, τα τελευταία πολλά έτη, μία μερίδα των -εν ενεργεία- ασφαλισμένων μελών του Ταμείου μας έθεσε θέμα αναστολής καταβολής των εισφορών τους, χωρίς ωστόσο να διαγραφούν από το Ταμείο μας.
Η εν λόγω ομάδα μελών του Ταμείου μας κινήθηκε δικαστικά κατά του Ταμείου μας και αρχικώς επέτυχε με Προσωρινή Διαταγή την αναστολή (όχι παύση) της υποχρέωσής τους να καταβάλουν εισφορές στο Ταμείο μας.
Πρόσφατα όμως δικάσθηκε η υπόθεση στην τακτική Δικαιοσύνη και εκδόθηκε η απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία, με πλήρη και αναλυτική αιτιολογία, κρίνεται νομικά αβάσιμο το εν λόγω αίτημα των μελών μας, να μην καταβάλουν εισφορές, και απορρίπτεται η αγωγή τους.
Στο σκεπτικό της δικαστικής απόφασης αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής:
«[…] Από τη συνδυαστική ερμηνεία των διατάξεων [του Καταστατικού του Ταμείου] σύμφωνα με τα [άρθρα] 173 και 200 [Αστικού Κώδικα] προκύπτει ότι η καταβολή των εισφορών του άρθρου 3 του Καταστατικού του [ΤΑΠΓΤΕ] συνιστά υποχρέωση συνυφασμένη με την ιδιότητα του μέλους με τέτοιο τρόπο ώστε η υποχρέωση αυτή να εκλείπει μόνο όταν απωλεσθεί η ιδιότητα του μέλους του [ΤΑΠΓΤΕ]. Συνεπώς το αγωγικό αίτημα αναγνώρισης της μη υποχρέωσης καταβολής των εισφορών του άρθρου 3 [του Καταστατικού του ΤΑΠΓΤΕ], είναι μη νόμιμο ως αντικείμενο σε καταστατική διάταξη αφού από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η ιδιότητα του μέλους κατοχυρώνεται με την καταβολή των εισφορών, οι ενάγοντες δε ήταν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ενεργά μέλη του [ΤΑΠΓΤΕ] και μάλιστα κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή είχαν την επιθυμία να παραμείνουν μέλη του, συνεπώς υποχρεούνται και σε καταβολή εισφορών. […] Θα πρέπει να επισημανθεί στο σημείο αυτό, ότι ούτε κατ’ εφαρμογή των αρχών της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής και των συναλλακτικών ηθών ([άρθρα] 288, 388 [Αστικού Κώδικα]) δύνανται να απαλλαγούν οι ενάγοντες από την υποχρέωση καταβολής των εισφορών τους, δεδομένου ότι όπως προκύπτει από το ίδιο το καταστατικό του [ΤΑΠΓΤΕ], ο τρόπος υπολογισμού του τελικά οφειλόμενου ποσού της εφάπαξ παροχής δεν εξαρτάται από τον σχηματισμό ενός ατομικού κεφαλαίου από τις συσσωρευόμενες εισφορές αλλά προσδιορίζεται με συγκεκριμένο τρόπο βάσει του χρόνου ασφάλισης και των ασφαλιστέων αποδοχών των τελευταίων 24 μηνών, ήτοι εφαρμόζεται το διανεμητικό σύστημα, το οποίο στηρίζεται στη διαγενεακή αλληλεγγύη μεταξύ των ασφαλισμένων και όχι το κεφαλαιοποιητικό σύστημα, κατά το οποίο το εφάπαξ αποτελεί το κεφάλαιο των συσσωρευμένων εισφορών του δικαιούχου (ατομικός συνταξιοδοτικός λογαριασμός). Τα ως άνω απηχούν το γενικότερο πνεύμα της έννομης σχέσης της κοινωνικής ασφάλισης η οποία σε ένα πρώτο στάδιο λαμβάνει τη μορφή της σχέσης ασφαλιστικής προσδοκίας, και εν συνεχεία με τη επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου μεταβάλλεται σε σχέση ασφαλιστικής παροχής, στα πλαίσια δε αυτής ο συναλλασσόμενος οφείλει να συμπεριφέρεται σύμφωνα με την καλή πίστη. Μετά ταύτα, η μεταβολή των συνθηκών που έχει επέλθει λόγω της δεινότατης οικονομικής κατάστασης του [ΤΑΠΓΤΕ], δεν μπορεί να οδηγήσει σε κατάργηση της υποχρέωσης καταβολής εισφοράς εκ μέρους των ενεργών μελών του [ΤΑΠΓΤΕ] με το σκεπτικό ότι κατά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, η περιουσία του [ΤΑΠΓΤΕ] δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση των εναγόντων μέσω της καταβολής της εφάπαξ παροχής τους, δεδομένου ότι η ως άνω υποχρέωσή τους προς καταβολή εισφορών δεν έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, ήτοι δεν αποσκοπεί στη συσσώρευση ενός ατομικού κεφαλαίου το οποίο κατά την έξοδο από την υπηρεσία θα καταστεί επιστρεπτέο, αλλά εκ των εισφορών αυτών συντηρούνται τα ταμειακά διαθέσιμα από τα οποία και καταβάλλονται οι εφάπαξ παροχές σε όσους πληρούν διαδοχικά τις προϋποθέσεις που τάσσει το Καταστατικό και αποχωρούν από την υπηρεσία έχοντας συμπληρώσει δέκα έτη πραγματικής συμμετοχής στο Ταμείο. Εν προκειμένω λοιπόν, η αρχή της καλόπιστης συμπεριφοράς που επιβάλλεται κατά τα [άρθρα] 281, 288 [Αστικού Κώδικα] και έναντι προσώπων με τα οποία δεν υφίσταται κάποιος νομικός δεσμός, όπως εν προκειμένω είναι τα λοιπά μέλη του [ΤΑΠΓΤΕ], επιβάλλει τη συνέχιση της υποχρέωσης καταβολής των εν λόγω εισφορών, ιδίως μάλιστα τη στιγμή που οι ενάγοντες δεν αιτούνται την περιστολή της εν λόγω υποχρέωσής τους αλλά την πλήρη απαλλαγή από αυτήν. Σε κάθε δε περίπτωση, η ευδοκίμηση ενός τέτοιου αιτήματος, θα οδηγούσε εν τοις πράγμασι σε τροποποίηση του Καταστατικού [του ΤΑΠΓΤΕ], κατά παραβίαση των όρων τροποποίησης αυτού όπως αυτοί εξειδικεύονται στη διάταξη του άρθρου 7 [του Καταστατικού του ΤΑΠΓΤΕ.
Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί στο σύνολό της, τέλος δε τα δικαστικά έξοδα του [ΤΑΠΓΤΕ] θα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εναγόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 591 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.»
Για το ΤΑΠΓΤΕ
Η Πρόεδρος Ο Γ. Γραμματέας
Τρίγκα Α. Παππάς Η.
